Υπερισχύουν οι μπινέδες

Υπερισχύουν οι μπινέδες

Ο μπάι και ο μπινές είναι το ίδιο; Για τον μπάι ο ορισμός είναι ξεκάθαρος. Είναι ο αμφιφυλόφιλος, αυτός που πηγαίνει και με άντρες και με γυναίκες. Προέρχεται από το αγγλικό bisexual. Για τον μπινέ τα πράγματα είναι μπερδεμένα. Υπάρχουν τρεις εκδοχές. Κατά μία εκδοχή είναι ο μπάι. Η δεύτερη και επικρατέστερη λέει ότι είναι ο ομοφυλόφιλος που έχει ενεργητικό και παθητικό ρόλο. Η τρίτη είναι οι δύο προηγούμενες μαζί. Ο μπινές πηγαίνει με άντρες και με γυναίκες και έχει παθητικό και ενεργητικό ρόλο στις ομοφυλόφιλες σχέσεις.

Ποια από όλες είναι σωστή; Εξαρτάται πως το εννοεί καθένας. Ετυμολογικά δεν μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα. Προέρχεται από το αραβικό ibna που έγινε στα τουρκικό ibne και σημαίνει κοπέλα ή αυτός που θέλει να πηδηχτεί. Τα μπινελίκια μπορεί να σημαίνουν βρισιές ή μεζέδες.

Η λέξη συχνότερα χρησιμοποιείται με το προσδιοριστικό φτωχός. Αυτό υποδηλώνει ότι όλοι οι μπινέδες είναι φτωχοί. Δεν ισχύει. Οι μπινέδες μπορεί να είναι φτωχοί μεσαίοι ή πλούσιοι. Αν μάλιστα χρησιμοποιήσουμε πεμπτημόρια, τότε οι μπινέδες χωρίζονται σε πέντε κατηγορίες φτωχομπινέδες, μικρομεσομπινέδες, μεσομπινέδες, μεγαλομεσομπινέδες και πλουσιομπινέδες.

Για τον κωλομπαρά ίσως είναι λίγο πιο καθαρά τα πράγματα. Είναι αυτός που έχει ενεργητικό ρόλο στην ομοφυλοφιλική σχέση. Προέρχεται από το αραβικό γουλάμ (αγόρι) και το περσικό παρέ (ξεσκίζω). Στα τουρκικά έγινε κουλάμ παρέ και από αυτό κουλάν παρά. Το πρώτο συνθετικό της ελληνικής λέξης είναι κανονικά κουλάν και τυχαία ηχεί παρόμοια με το κωλο. Έτσι από κουλαμπαράς που είναι το σωστό, άλλαξε σε κωλομπαράς.

Αυτός που έχει παθητικό ρόλο είναι ο πούστης. Προέρχεται από το περσικό pusht που σημαίνει κώλος. Όταν ο πούστης και ο κωλομπαράς πηγαίνουν με γυναίκες, είναι και μπινέδες; Ή οι μπινέδες είναι αυτοί που είναι και πούστηδες και κωλομπαράδες;

Στα Αγγλικά χρησιμοποιούνται οι όροι ενεργητικός και παθητικός αλλά επίσης λέγονται top (πάνω) bottom (κάτω). Υπάρχει και μία τρίτη κατηγορία οι ευέλικτοι που προτιμούν πάνω και κάτω. Σε μια έρευνα στις ΗΠΑ, οι ευέλικτοι ήταν η μεγαλύτερη κατηγορία, με δεύτερη τους παθητικούς και τελευταία τους ενεργητικούς.

Όμως η συμπεριφορά μπορεί να είναι διαφορετική από την προτίμηση. Δηλαδή άλλα θέλουν και άλλα κάνουν. Πολλοί ομοφυλόφιλοι που προτιμούν παθητικό σεξ, γίνονται ζευγάρια επειδή βρίσκουν δύσκολα αυτούς που προτιμούν ενεργητικό ρόλο. Έτσι κάνουν εξυπηρέτηση ο ένας στον άλλο, αναλαμβάνοντας ενεργητικό ρόλο ενώ δεν τον προτιμούν.

Αυτοί που έχουν αποκλειστικά παθητικό ή ενεργητικό ρόλο είναι πάρα πολύ λίγοι. Οι τρανς είναι πιο κοντά από όλους στη γυναικεία φύση και προτιμούν τον παθητικό ρόλο. Αν δεν είναι εγχειρισμένες, αναλαμβάνουν και ενεργητικό ρόλο αν τους το ζητήσει ο σύντροφος τους. Επίσης αρκετές τρανς το επιθυμούν να αναλάβουν και ενεργητικό ρόλο.

Με την αυστηρό ορισμό, μπάι είναι όποιος έχει πάει έστω και λίγες φορές με γυναίκες. Κατ΄ αυτή την έννοια, οι καθαρά ομοφυλόφιλοι είναι ελάχιστοι διότι οι περισσότεροι έχουν πάει έστω και λίγες φορές με γυναίκες. Με τον πιο χαλαρό ορισμό, μπάι είναι όποιος εξακολουθεί να πηγαίνει με άντρες και γυναίκες και δεν είχε απλά συνευρεθεί με γυναίκες λίγες φορές στο παρελθόν. Αρκετοί επώνυμοι που θεωρούνται «αδελφές» παίρνουν και ενεργητικό ρόλο και πηγαίνουν που και που με γυναίκες. Αυτό μπορεί να γίνει πιο εύκολα σε παρτούζα.

Αντίστοιχα ισχύουν και για τις γυναίκες. Ελάχιστες είναι αποκλειστικά ομοφυλόφιλες με τον αυστηρό ορισμό. Η μεγάλη πλειοψηφία έχουν συνευρεθεί ερωτικά με άντρες. Μπάι θεωρούνται όσες εξακολουθούν να πηγαίνουν και με άντρες. Στις λεσβίες αντί ενεργητική και παθητική χρησιμοποιούνται οι όροι κυρίαρχη ή υποτακτική (dominant ή submissive) όπως και bottom ή τοπ. Σε μια έρευνα οι περισσότερες αυτοπροσδιορίζονται switch (αλλάζω) δηλαδή και τα δύο. Δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία είναι οι υποτακτικές ή παθητικές και τελευταία oi κυρίαρχες ή ενεργητικές. Τζιβιτζιλού είναι η λεσβία ή η νταρντάνα. Τζιβ-τζιβ ή GV είναι ο λεσβιακός έρωτας και τζιβιτζιλίκια είναι τα σκέρτσα.

LGBT είναι τα αρχικά των λέξεων Lesbian, Gay, Bisexual, Trans. Στα ελληνικά μεταφράζεται σε ΛΑΟΤ Λεσβίες, Αμφιφυλόφιλοι, Ομοφυλόφιλοι, Τρανς. Gay σημαίνει χαρούμενος. Πριν αιώνες, έλεγαν στην Αγγλία γυναίκες και ομοφυλόφιλα αγόρια που έκαναν πεζοδρόμιο επειδή ντύνονταν χαρούμενα. Τελικά επικράτησε ο όρος για τους ομοφυλόφιλους.

Η λέξη Τρανς μπορεί να σημαίνει transgender, transsexual ή transvestite. Ο όρος που προτιμάται είναι transgender. Είναι κάποιος ή κάποια που αυτοπροσδιορίζεται με διαφορετικό φίλο από αυτό που γεννήθηκε. Transsexual είναι όσοι έχουν κάνει ή θα κάνουν εγχείρηση αλλαγής και ορμονοθεραπεία για την αλλαγή φίλου. Transvestite ή τραβεστί είναι όσοι ντύνονται και συμπεριφέρονται σύμφωνα με το αντίθετο φίλο από αυτό της γέννησης τους.

Χρησιμοποιούνται επίσης το LGBTQ ή ΛΟΑΤΚ που το τελευταίο σημαίνει Queer παράξενος ή LGBTI ή ΛΟΑΤΙ για ίντερσεξ δηλαδή ανάμεσα σε ανδρικό και γυναικείο φίλο δηλαδή ερμαφρόδιτα. Στην κοινότητα ΛΟΑΤ, οι όροι τρανσέξουαλ, τραβεστί, queer και ερμαφρόδιτοι δεν αρέσουν.

error: Content is protected !!
Scroll to Top